Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεολογίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεολογίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

28 Αυγ 2010

Μύθοι αντί αλήθειας: από τις ιδεολογίες στα ιδεολογήματα…

Από όλες τις εμβριθείς αναλύσεις και το χρονοδιάγραμμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, βλέπουμε ότι για να δούμε ποιός ο λόγος για τα σημερινά μας προβλήματα πρέπει να πάμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, 40 περίπου χρόνια πίσω, στα μετά τη χούντα χρόνια.

Δημοσιεύτηκε στον ιστοχώρο http://csisalamina.wordpress.com//



ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Το άρθρο αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλο και άκρως θεωρητικό… Αν δεν έχετε την απαραίτητη υπομονή, μην το διαβάσετε – και, μήν πείτε ότι δε σας είχαμε προειδοποιήσει…

Στα μέσα του καλοκαιριού, με καύσωνα και οικονομική κρίση να δημιουργούν επικούρεια διάθεση στους νεοέλληνες που πηγαίνουν διακοπές μη βέβαιοι αν θα ξαναπάνε (τουλάχιστον με άνεση όπως επί 20-30 χρόνια συνήθιζαν), όσοι μείναμε στην πόλη προσπαθούμε να δούμε τί θα γίνει, ιδιαίτερα από τον Σεπτέμβρη και μετά. Και μη βρίσκοντας κάτι θετικό ή ελπιδοφόρο (εκτός αν αποκαλέσει κάποιος “θετικό” τον ύμνο για την απόδοση των μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης από το ΔΝΤ), αρχίζουμε -πάλι- να απορούμε για τό τί έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ…

Σε αυτή τη διαδικασία προσπαθούμε να εφαρμόσουμε στην πράξη ένα παλιό αγγλικό γνωμικό: “Respice, Prospice” (που σε πάρα πολύ ελεύθερη μετάφραση σημαίνει “εξέτασε το παρελθόν, πρόβλεψε για το μέλλον”). Δεν είναι τυχαίο που οι Άγγλοι διακρίνονται για τις σε βάθος χρόνου αναλύσεις τους και κυριαρχούν, τελικά, στη στρατηγική, εφαρμόζοντας αυτό το πολύ απλό γνωμικό τους.

Από όλες τις εμβριθείς αναλύσεις και το χρονοδιάγραμμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, βλέπουμε ότι για να δούμε ποιός ο λόγος για τα σημερινά μας προβλήματα πρέπει να πάμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, 40 περίπου χρόνια πίσω, στα μετά τη χούντα χρόνια.

Μετά τη χούντα, η αριστερά σαν ιδεολογία, απόλυτα πια αποενοχοποιημένη έγινε ένα ρεύμα που φούσκωνε συνεχώς.

Το «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» έγινε σύνθημα για όλους τους Έλληνες, και η «καθεστηκυΐα τάξις» που παραδοσιακά την εξέφραζε η δεξιά έχασε το ηθικό πλεονέκτημα του πατριωτισμού με το ξεπούλημα της Κύπρου. Το Κυπριακό είναι στην ουσία ο πολιτικός καταλύτης που επέφερε και μια συγκεκριμένη άποψη περί των εθνικών θεμάτων που ήθελε την Τουρκία ως τη βασική απειλή κατά της χώρας. Μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο Α.Παπανδρέου εξελέγη θριαμβευτικά στις εκλογές του 1981 με το ποσοστό του 48% εξ’ αιτίας του μικτού αριστερού και πατριωτικού του πολιτικού λόγου, που υπόσχετο την ανάκτηση της περηφάνιας του Έλληνα και της «αντρίκιας» αντίδρασης στις τούρκικες προκλήσεις. Το ιδεολογικό του υπόβαθρο, στα χαρτιά τουλάχιστον, ήταν αριστερό με την έννοια της παραδοχής των μαρξιστικών εργαλείων ανάλυσης της οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας και πρέσβευε την «κοινωνικοποίηση» (=κρατικοποίηση) των βασικών τομέων του πλούτου και άκρως πατριωτικό (με συνθήματα όπως «βυθίσατε το Χόρα» κλπ.). Από πλευράς σημειολογικής, αναδείκνυε την λαϊκότητα σα θετικό χαρακτηριστικό και ηρωοποιούσε τον κοινό άνθρωπο σαν φορέα της ζωής και της ιστορίας.

Από την ανάληψη όμως της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ το 1981, δεν πέρασε πολύς καιρός που το ιδεολογικό υπόβαθρο άρχισε να γίνεται πάρα πολύ αμυδρό και η πολιτική που εφαρμόστηκε μετακόμισε στα διαμερίσματα του… Κέϋνς. Ο πακτωλός των χρημάτων που εισέρρευσε στη χώρα μέσω των ΜΟΠ χρησιμοποιήθηκε κύρια για την εισοδηματική ενίσχυση των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικά στρωμάτων, μια διαδικασία που ο τότε υπουργός οικονομικών Γ.Αρσένης περιέγραψε θεωρητικά ως «άυξηση ροπής προς την κατανάλωση με στόχο την ανάπτυξη οικονομικών μονάδων που θα επιφέρει αύξηση της απασχόλησης». Στο θεωρητικό πλαίσιο πάντα, έγιναν προσπάθειες για μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου παραγωγής και των , κυρίως με τους συνεταιρισμούς και το εξαιρετικά φιλόδοξο σχέδιο της πολεοδομικής ανασυγκρότησης. Πρακτικά όμως, αυτό που έγινε στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 ήταν μια αναδιανομή εισοδημάτων χωρίς καμμιά παραγωγική δράση. Τα χρήματα των ΜΟΠ κατέληξαν στα χέρια αγροτών που τελικά έκαιγαν δεσμίδες με πεντοχίλιαρα στα μπουζούκια, ενώ αναπτύχθηκε ένα ακόμα πιο γραφειοκρατικό κράτος, υιοθετώντας σχεδόν ένα σοβιετικό μοντέλο.

Οι κοινωνικές δυνάμεις που αναδύθηκαν σ’ αυτή την περίοδο, επέλαυναν στην κρατική μηχανή και εξέφρασαν με τον χειρότερο τρόπο ένα μίγμα ρεβανσισμού και συμπλεγματισμού απέναντι σε αυτό που μυθοπλαστικά πια αποκαλούσαν «δεξιά» χωρίς να παρατηρούν ότι οι εκφραστές της είχαν προ πολλού προσχωρήσει στην κυβερνώσα παράταξη, διατηρώντας στο ακέραιο τα προνόμιά τους. Ένα επίσης εξαιρετικά αρνητικό στοιχείο ήταν ο αμοραλισμός που πλέον θεσπίστηκε σαν de facto καθεστώς στην πολιτική και καθημερινή σκέψη, καθώς το τελικό ζητούμενο δεν ήταν η απάλειψη της διαφθοράς αλλά η συμμετοχής όσο το δυνατόν περισσότερων σε αυτή. Η διαδικασία αυτή ήταν αργή και εξαιρετικά διαβρωτική, καθώς οι «ιδεολόγοι» όλων των παρατάξεων διαπίστωναν ότι οι «σύντροφοί» τους το μόνο που ζητούσαν ήταν στην πραγματικότητα «η κουτάλα»…

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός από ιδεολογική άποψη ήταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη της δεκαετίας του 80. Η ελληνική αριστερά, φιλοσοβιετική στο μεγαλύτερο μέρος της, βρέθηκε έξαφνα ξεκρέμαστη από υπόδειγμα και αντιμέτωπη με την δικαίωση των επικριτών του σοβιετικού μοντέλου. Αυτό της δημιούργησε αρνητικά αντανακλαστικά και μια εσχατολογική νοοτροπία που ακόμα και σήμερα την κακατρύχει.

Έτσι στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με την ανάληψη της εξουσίας από τη ΝΔ του Μητσοτάκη, η νέα κοινωνική και ιδεολογική πραγματικότητα είχε ήδη διαμορφωθεί. Η περιβόητη υπόθεση Κοσκωτά και τα pampers που έστειλαν τον Α.Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο (μια βλακώδης και εξαιρετικά αμοραλιστική πολιτικά κίνηση από όλους του τους αντιπάλους) τελικά λειτούργησε σαν επιβεβαίωση της ασυδοσίας που μπορεί να έχει κάποιος λόγω θέσης ή διασυνδέσεων. Τα σκάνδαλα μπήκαν πλέον στην καθημερινή ειδησεογραφία, καθιστώντας τα πια μέρος της καθημερινής ζωής και σε μεγάλο βαθμό αποενεχοποιώντας τα. Οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη, Παπανδρέου και Σημίτη (ως το 2000) ήταν απλοί διαχειριστές της νέας πραγματικότητας, ανίκανες να δώσουν ένα ιδεολογικό όραμα και πλαίσιο σκέψης για τους Έλληνες. Την περίοδο αυτή τα φαινόμενα που ξεκίνησαν στη δεκαετία του 80 κορυφώθηκαν και το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία νέων πολιτικών «τζακιών» και κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων που διαχειρίζονταν ληστρικά τόσο τα χρήματα του ελληνικού λαού (ο οποίος είχε μπει σε μια οξύμωρη περίοδο λιτότητας και… χυδαίας επίδειξης πλούτου) όσο και τις εισροές από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλα αυτά όμως αποσάθρωσαν την παραγωγική βάση της χώρας, καθώς δημιουργήθηκε ένας δημόσιος τομέας που απασχολεί ουσιαστικά το 40% του εργατικού δυναμικού της χώρας και ένας ιδιωτικός τομέας που στο μεγαλύτερο μέρος του είχε πάλι πελάτη το κράτος, αποζητώντας επιδοτήσεις ή μερίδιο από προγράμματα της Ε.Ε.

Η ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ μπορεί να θεωρηθεί, έτσι, σαν προσπάθεια του Σημίτη να διατηρηθεί ανοικτή η ευρωπαϊκή «κάνουλα», πράγμα απαραίτητο για την επιβίωση του συστήματος. Η λύση των δομικών προβλημάτων της χώρας παραπέμφθηκε για το μέλλον, ενώ τα μεγάλα έργα της περιόδου 2000-2004 έγιναν με συμβάσεις που σε τελική ανάλυση ήταν πάλι σε βάρος της χώρας (πώς όμως μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού δεν υπήρχε η οικονομική εκείνη ισχύς που θα έδινε στην χώρα το πλεονέκτημα της υπερ της διαπραγμάτευσης). Παρ’ όλα τα ηχηρά λόγια (άλλοτε περί «ισχυρής Ελλάδας», άλλοτε περί «επανίδρυσης του κράτους» κλπ.) οι κυβερνήσεις της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα το μόνο που επιζητούσαν ήταν η διατήρηση του συστήματος όπως είχε διαμορφωθεί – αυτό φαίνεται άλλωστε και στους «εθνικούς» στόχους που έθετε το πολιτικό σύστημα: η ένταξη στο ευρώ, το κλείδωμα της ισοτιμίας, η πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων κλπ., στόχοι στατικοί και καθαρά διαχειριστικοί, χωρίς ιδεολογικό προσανατολισμό, χωρίς όραμα για το μέλλον.

Μεγάλες ιδέες…

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της περιόδου, διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ένας βασικός λόγος για τα σημερινά προβλήματα είναι η απουσία εθνικού στόχου ικανού να συνεγείρει. Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να τονίσουμε τη μεγάλη σημασία που έχει για τον Έλληνα το εθνικό όραμα, από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Στην αρχή, ήταν η ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης και ολοκλήρωσης της Ελλάδας. Στη συνέχεια αυτό μετεξελίχθηκε στην «μεγάλη ιδέα» και την ανασύσταση τρόπον τινά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μετά την τραγωδία του 1922, εθνικό όραμα έγινε η άμυνα από τις ξένες επιβουλές και η συμμετοχή σε παγκόσμιους αγώνες, στην αρχή κατά του ναζισμού & φασισμού και κατόπιν (μετά τον απόλυτα ηλίθιο εμφύλιο πόλεμο) εναντίον του κομμουνισμού. Οραματική διάσταση, χωρίς αυτό όμως να εκφραστεί απόλυτα, είχε και η πολιτική αντίληψη του Α.Παπανδρέου για την ανεξάρτητη Ελλάδα, με την έννοια της μή δέσμευσης στις συμμαχίες που συμμετείχε η χώρα και της ουσιαστικής ανεξαρτησίας (φυσικά αυτό το όραμα χαντακώθηκε, καθώς δεν μπορείς να είσαι ανεξάρτητος και το κύριο έσοδό σου να είναι οικονομικές ενισχύσεις από συμμάχους…).

Σε όλα τα παραπάνω, η κύρια έννοια που πάντα υπογραμμίζοταν ήταν η ελευθερία. Μια λέξη με μαγικές διαστάσεις στην Ελληνική νοοτροπία. Η ελευθερία των ομοεθνών, η ελευθερία της χώρας, η ελευθερία των λαών αλλά και η ελευθερία των πολιτών έγιναν τα απτά νοήματα που συνέγειραν τον λαό. Εκεί όμως ήρθε ένα βασικό λάθος κοινωνικής παιδείας και κουλτούρας: η ελευθερία δεν εξηγήθηκε στους έλληνες στην ολότητά της. Η ελευθερία σαν στάση δεν συναρτήθηκε με την ελευθερία ως ευθύνη. Και κυρίως, δεν έγινε κατανοητό ότι η βασική ελευθερία για τον άνθρωπο, τον πολίτη, τον έλληνα (στην προκειμένη περίπτωση) είναι η ελευθερία από την ανάγκη – πράγμα στο οποίο στάθηκε ιδιαίτερα και ο Κάρολος Μαρξ, τον οποίο φαίνεται ότι δεν διαβάζουν όσο θα έπρεπε οι έλληνες αριστεροί…

Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτή τη περίοδο της παρακμιακής πλημμυρίδας στην Ελλάδα, κυριάρχησαν σε γενικές γραμμές προσωπικότητες προερχόμενες από τον πανεπιστημιακό χώρο, ενταγμένοι σε συγκεκριμένες ιδεολογικές ομάδες (αριστερές, νεοφιλελεύθερες κλπ.). Το κοινό τους σημείο, όμως, ήταν η άρνηση της ίδιας τους της επιστημονικής ιδιότητας: έφεραν την ιδεολογία τους, η προσχώρηση στην οποία ήλθε συνήθως από συναισθηματικούς παράγοντες και στάσεις, μέσα στο επιστημονικό τους πεδίο, και κατόπιν προσπάθησαν να εφαρμόσουν τη δική τους εκδοχή τόσο της επιστήμης τους όσο και της ιδεολογίας τους γενόμενοι… πολιτικοί! Πρώτο βήμα σε αυτή τη διαδικασία ήταν η άρνηση της καθολικής αλήθειας και η υποκειμενοποίησή της. Δεν υπάρχει, γι’ αυτούς αλήθεια, αλλά η «αλήθεια μου», η «αλήθεια τους», η «αλήθεια του». Και ξεκινώντας απ΄αυτό, δεν υπάρχει ηθική (παρά υποκειμενική ηθική), δεν υπάρχει αξία (παρά υποκειμενική αξία) κλπ., καθώς όλες αυτές οι έννοιες βασίζονται στην αλήθεια.

…μεγάλες ιδεολογίες…

Σε αυτή την ατμόσφαιρα, η δεκαετία του ’80 χαρακτηρίστηκε από την ιδεολογική κυριαρχία της αριστεράς, όχι μόνο της φιλοσοβιετικής εκδοχής του μαρξισμού αλλά και της ευρω-κεντρικής και της ακόμα πιο προωθημένης. Η κατάρρευση της σοβιετικής ένωσης όμως, άφησε όπως είπαμε σε πολλά σημείο ξεκρέμαστο το σοσιαλιστικό όραμα, δημιουργώντας συναισθήματα καθολικής άρνησης. Δεν είναι τυχαίο πως πολλοί δραστήριοι αρνητές της ελληνικής εθνικής ταυτότητας εντάσσονται στους χώρους αυτούς, μιλώντας σήμερα για «ελληνόφωνους ευρωπαίους», «εθνικά… Μακεδόνες», «καταπιεσμένους Τούρκους», μπλέκοντας μάλιστα σε επιστήμες με τις οποίες δεν έχουν καμμία απολύτως σχέση (τί δουλειά έχει ένας ψυχίατρος με την εθνολογία…) προσπαθώντας να αποδείξουν ότι απλώς δεν υπάρχουν Έλληνες, ούτε Ελλάδα! (Σημειώνουμε την για γέλια ανάσυρση του Φαλμεράϋερ για την εθνική σύνθεση της Πελοποννήσου ή την βλακώδη διαστρέβλωση των ευρημάτων της εξέτασης του μιτοχονδριακού DNA στην οποία ενώ φαίνεται ότι οι Έλληνες είναι ο παλιότερος πληθυσμός της Ευρώπης, κάποιοι έσπευσαν να μιλήσουν για «αποδεδειγμένες αφρικανικές ρίζες των νεοελλήνων(!) » και πολλά άλλα στα οποία θα αναφερθούμε σε διάφορα άρθρα).

Και για να μη μιλούμε συνέχεια για την αριστερά (έστω και αν μας είναι προσφιλής, έστω και αν απ’ αυτή περιμέναμε πολλά περισσότερα) η κατάσταση στην δεξιά είναι ακόμα χειρότερη. Για κάποιο λόγο που είναι παγκόσμια πρωτότυπος, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ενώ θα έπρεπε να σημαίνει τον ιδεολογικό θρίαμβο της δεξιάς, στην Ελλάδα σήμανε την ιδεολογική της.. εξαφάνιση! Η εξήγηση είναι απλή: μετά την απώλεια του πατριωτικού πελονεκτήματος στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αποκαλύφθηκε η πλήρης ιδεολογική γύμνια της δεξιάς στην Ελλάδα, καθώς δεν υπήρξε πραγματικό ιδεολογικό υπόβαθρο πέρα από κάποιο αβασάνιστο συντηρητισμό, προερχόμενο κυρίως από πληθυσμιακά στρώματα χωρίς μόρφωση ικανή να δώσει το έναυσμα για κριτική σκέψη. Η προσπάθεια της ελληνικής δεξιάς για απόκτηση ιδεολογικού στίγματος, έφερε γλίσχρα έως γελοία αποτελέσματα, όπως ο «φιλελευθερισμός» (ένα ιδεολόγημα βασισμένο στον φυσικό φιλελευθερισμό της γαλλικής επανάστασης από τη μία και στην θέση για εξαφάνιση του κράτους από την οικονομική δραστηριότητα) με κάποιες, μάλιστα, περαιτέρω ερμηνείες («ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» (=φιλελευθερισμός με ευρωκεντρικές θέσεις και οράματα), «κοινωνικός φιλελευθερισμός» (=φιλελευθερισμός με ολίγες σοσιαλιστικές αποκλίσεις)). Ακόμα πιο αστεία ήταν η αντίδραση από τους αντιπάλους της δεξιάς, που κατηγορούσαν τους έλληνες δεξιούς σαν… καπιταλιστές (!) (αποκαλώντας τον καπιταλισμό ιδεολογία και δείχνοντας έτσι την πλήρη άγνοιά τους γι’αυτό που θά’πρεπε να ξέρουν, δηλαδή τη μαρξιστική θεωρία).

…μικρά ιδεολογήματα

Τελικά, λόγω των διεθνών εξελίξεων, και κυρίως του γεγονότος του ότι η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα ήταν πάντοτε ετερόφωτη (προσπαθώντας να εντάξουν τον Έλληνα σε παγκόσμιες τάσεις και σύνολα), η κατάρρευση των μεγάλων ιδεολογιών σε παγκόσμιο επίπεδο, έφερε σε όλο το πολιτικό φάσμα την ανάγκη για ιδεολογικό στίγμα, που τελικά καλύπτεται από ιδεολογήματα. Οι σοσιαλιστές στη Ελλάδα (που πολιτικά πάντοτε παρέπαιαν μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και εν γένει μαρξισμού), εξ’ αιτίας και της μακρόχρονης παραμονής τους στην εξουσία αλλά και σε ηθικά κατώτερες πρακτικές τους, βρέθηκαν να πάσχουν από οξύτατο κυβερνητισμό και να εφευρίσκουν ιδεολογήματα (νέες βερσιόν του σοσιαλισμού, με κυρίαρχο έναν «σοσιαλισμό του σαλονιού») όπως ο εθνικός στόχος της Ολυμπιάδας (!), ή «μια Ευρώπη με ανθρώπινο πρόσωπο», ή δυσεξήγητες αναζητήσεις για γενικές έννοιες που δε χρειάζονται πλέον ιδιαίτερη ανάλυση κλπ.. Ταυτόχρονα, επί της εξουσίας τους η εθνική ελληνική πολιτική υπέστη τρομακτικά πισωγυρίσματα (με πρώτο και κύριο συμβάν τα Ίμια, η πρώτη επιτυχής απότους Τούρκους αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας), ενώ ταυτόχρονα προσέφεραν ομπρέλλα σε ημιμαθείς και ανερμάτιστους «ημετέρους» (δεν θα ξεχάσω ποτέ μια υποψήφια βουλευτή που σε διάλεξη για τον Μηκυναϊκό κόσμο μίλησε για… «Αχαϊκό Ιμπεριαλισμό (!!!)») που δεν έχουν εν τοις πράγμασι την ικανότητα να διαχειριστούν επιτυχώς ούτε καν περίπτερο!

Στον αριστερό χώρο, οι μόνοι που είναι συνεπείς ιδεολογικά τουλάχιστον είναι οι κομμουνιστές, οι οποίοι μένουν σε μια πείσμονα άρνηση του μετασοβιετικού κόσμου, απορρίπτοντας όλες τις νέες παραμέτρους και δυνάμεις διαμόρφωσης της ιστορίας –δείχνοντας ταυτόχρονα και έλλειμμα στις αναζητήσεις τους αλλά και το πλήρως ετερόφωτο χαρακτήρα του τρόπου σκέψης τους. Σε ότι αφορά την ευρύτερη αριστερά, αυτή έχει γίνει ένας χώρος παραγωγής απίστευτων ιδεολογημάτων, πολλές φορές παραγόμενων από εγκεφάλους που κατατρύχονται από ιδεοληψίες και τρομακτικά συμπλέγματα.

Μετά την πτώση (ή πιο σωστά την παραίτηση) της κυβέρνησης Καραμανλή, όπου κατέρρευσαν πλήρως και τα ιδεολογήματα της δεξιάς, ήρθε και ο χρόνος που κατέρρευσαν και τα άλλα ιδεολογήματα. Όλος ο πολιτικός κόσμος της χώρας (εκτός κάποιων εξαιρέσεων, είναι αλήθεια, μόνο που είναι πάρα πολύ λίγες) είναι κατά βάση αντιπατριωτικός (βαφτίζοντας ως «ευθύνη» την αποδοχή των κηδεμονιών, θυμίζοντας την «άψογον στάσιν» του Θεοτόκη τον 19ο αιώνα), φαυλοκρατικός (καθώς πασχίζει να διατηρήσει το πελατειακό και διεφθαρμένο καθεστώς που υπάρχει, θεσμοθετώντας την αγυρτεία σαν «ίδιον της φυλής») και κυρίως ανίκανος να προσφέρει έστω και τα αυτονόητα.

Κάποιες αλήθειες

Φτάσαμε λοιπόν στο σήμερα. Και από τα τόσα ψέμματα, δεν μπορούμε πια να διακρίνουμε την αλήθεια. Κάποιες μικρές αλήθειες:

α. Ότι ο έλληνας δεν είναι πολίτης, αλλά υπήκοος. Με άλλα λόγια, ανέχεται αδιανόητα πράγματα από αυτούς που ο ίδιος εκλέγει, πιστεύοντας σε μια προοπτική συμμετοχής στη γενική διαφθορά που θα τον οφελήσει. Αυτό όμως το μόνο που θα φέρει, το έφερε ήδη, είναι η γενική σήψη.

β. Δεν υπάρχουν Ευρωπαίοι, Αμερικανοί ή άλλοι σωτήρες. Την ευθύνη για τη χώρα μας, το λαό μας, τα παιδιά μας την έχουμε εμείς οι ίδιοι. Και αν, όπως αρεσκόμαστε να λέμε, «τους δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού» κλπ., αυτό δε σημαίνει με τίποτα ότι μας χρωστά κάτι ο Άγγλος, ο Γάλλος ή ο οποιοσδήποτε άλλος. Κανείς δεν πρόκειται να μας υπερασπιστεί αφιλοκερδώς, κανείς δεν πρόκειται να μας βοηθήσει σε μια ρήξη με τους Τούρκους παρά μόνο αν έχει συμφέρον. Μόνο η δική μας ισχύς μπορεί να μας βοηθήσει – μια ισχύς πρώτιστα ηθική που μοιραία θα μεταφραστεί και σε οικονομική.

γ. Σαν έθνος, υπάρχουμε. Δεν είμαστε ούτε ελληνόφωνοι Ευρωπαίοι, ούτε μια μάζα με αμφίβολη καταγωγή. Το ότι μεταξύ μας υπάρχουν ακόμα και αλλόγλωσσες ομάδες δε σημαίνει απολύτως τίποτα και όσοι βλακεύουν ισχυριζόμενοι διάφορες αντι-επιστημονικές ανοησίες, σίγουρα το κάνουν με μύχιο σκοπό… Βέβαια, και αυτό να τονιστεί, δε σημαίνει με τίποτα ότι είμαστε κάτι ανώτερο από τους άλλους, γιατί κάθε λαός του κόσμου και ιστορία έχει, και πολιτισμό και συμβολή στην εξέλιξη του ανθρώπου – πράγμα που επιβάλλει τον σεβασμό όλων. Η αρχαιοελληνική κληρονομιά δεν είναι μόνο δική μας – έχει περάσει πια στην κληρονομιά της ανθρωπότητας. Και φυσικά το θέμα δεν είναι τι έκαναν οι αρχαίοι, αλλά τί κάνουμε εμείς…

Υπάρχει βέβαια και ένα μετα-μοντέρνο ιδεολόγημα, το οποίο ουσιαστικά ευαγγελίζεται το τέλος των εθνών, λέγοντας μάλιστα ότι αυτά ήταν πάντοτε εφευρήματα εξουσιαστικών ομάδων. Αυτό το ιδεολόγημα είναι και εντελώς βλακώδες (καθώς αρνείται να δει αυτό που οφθαλμοφανώς υπάρχει) αλλά και διαψευσθέν εδώ και πολύ καιρό. Οι όψιμοι ακόλουθοί του δε στην Ελλάδα, είναι επιεικώς γελοίοι.

δ. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο, έως αδύνατο, αυτοί που πλαισίωσαν και εξέθρεψαν την υπάρχουσα κατάσταση να ανανήψουν και να ενεργήσουν για το καλό μας. Είναι σαν να περιμένεις από έναν δολοφόνο να δώσει το φιλί της ζωής στο θύμα του…

Αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο τους πολιτικούς. Περιλαμβάνει και τα κύρια μέσα ενημέρωσης, που καιρό πολύ τώρα, «παίζει» τα παιχνίδια του όλου συστήματος, συμμετέχοντας ιδιαίτερα ενεργά στην διαφθορά και την «διαπλοκή».

ε. Ο πλούτος της χώρας είναι οι άνθρωποί της. Εμείς αντιμετωπίζουμε τη ίδια μας τη χώρα σαν «Ελλαδίτσα», χωρίς περηφάνεια και διάθεση δημιουργίας. Είναι αλήθεια, ότι η Ελλάδα στερείται φυσικών πόρων. Δεν καθόμαστε πάνω σε κανέναν πετρελαϊκό ωκεανό (όσα και να λέει ο Χαρδαβέλλας), ούτε σε ορυχεία ουρανίου – αλλά και έτσι να ήταν, πέστε μου τί βοήθησαν αυτά κάποια χώρα αν δεν έχει παραγωγική βάση; Ο πάμπλουτος σε φυσικές πηγές τρίτος κόσμος, κάτι δείχνει… Ωστόσο μπορούμε και να αξιοποιήσουμε ότι υπάρχει και σίγουρα να αναπτύξουμε τεχνολογικής βάσης παραγωγές – απαιτείται μόνο σωστή οργάνωση.

ς. Δεν υπάρχει δημοκρατία. Οι ομάδες συμφερόντων έχουν διεπλακεί τόσο πολύ, που οι εκλογές είναι η απλή νομιμοποίηση των επιλογών τους. Παράδειγμα; Έγινε στην Ελλάδα ποτέ δημοψήφισμα, είτε για την συμμετοχή της στην Ε.Ε., είτε για τα εθνικά ζητήματα, είτε για κάποιο από τα κρίσιμα για το μέλλον της ζητήματα; Όχι. Και γιατί; Γιατί οι ταγοί αποφάσισαν ότι αρκεί μια ανά 4ετία ψήφος για να «μιλήσει» ο λαός και από κει και πέρα δεν του πέφτει λόγος… Άλλωστε είμαστε «υπήκοοι», το λένε και οι ταυτότητές μας. 

Ιδεολογίες: Πλαστές συνειδήσεις» και πλαστικές αγωνίες

Γενικότερα, θα μπορούσαμε να πούμε πως ιδεολογία είναι ένα σύστημα εννοιών, που επιχειρεί να εξηγήσει τα κοινωνικά φαινόμενα, να καθορίσει τις αξίες και τους στόχους της κοινωνικής ζωής, και να κατευθύνει τις κοινωνικές επιλογές ατόμων και ομάδων σύμφωνα με τις αξίες αυτές



ΜΑΡΙΟΣ ΠΛΩΡΙΤΗΣ «ΤΟ ΒΗΜΑ» Κυριακή 3 Νοεμβρίου 1996

Σημείωμα της Σύνταξης. Το άρθρο που ακολουθεί, παρά το ότι γράφτηκε το 1996, είναι επίκαιρο όσο ποτέ. Ο Μάριος Πλωρίτης (19 Ιανουαρίου 1919 - 29 Δεκεμβρίου 2006) ήταν δημοσιογράφος, κριτικός, μεταφραστής, λογοτέχνης και θεατρικός σκηνοθέτης.
 Πολύ καμαρώνουμε το πάθος που έχει κατακυριεύσει βουλευτές και πολιτευτές των δυο μεγάλων κομμάτων μας για τη ιδεολογία της παράταξής τους. Δεν κατατρίβονται πια με προσωπικές φιλοδοξιούλες, ρουσφετάκια, παραθυράκια (νόμων και τηλεόρασης) και τέτοια ταπεινά παρόμοια. Κάθε άλλο. Αγωνιούν, μόνο, για το «ιδεολογικό πρόσωπο» του κόμματός τους, για την «ιδεολογική ταυτότητά» του... και αλληλομάχονται, για να διαπιστωθεί με ζυγαριά φαρμακείου γιατί νικήθηκαν εκείνοι, ου μην αλλά και γιατί να νικήσουν ετούτοι... και, προπάντων, ποιές ολέθριες συνέπειες για την ιδεολογία του κάθε κόμματος έχει η ήττα αλλά και η νίκη!

Ωστόσο, ο απλός πολίτης αναρωτιέται απορημένος: Μα για ποιά ιδεολογία μιλάνε; Τι ακριβώς ιδεολογία έχουν, που δεν πρέπει να χαλάσει σαν φέτα ή ζαμπόν; Ποιός Διογένης μπορεί να την ανακαλύψει ¬ όχι με το αναιμικό φανάρι του, αλλά κι ολόκληρη συστοιχία προβολέων αν έχει, απ' αυτές που στήνονται για τις προεκλογικές συγκεντρώσεις;

«Να μην αλλοιωθεί η (ιδεολογική) φυσιογνωμία του Κινήματος», στηθοκοπιούνται οι εναγώνιοι του ΠαΣοΚ. Αλλά ποιά απ' όλες; Αυτή που διακηρύχθηκε το 1974 απ' το «συμβόλαιο με το λαό» ¬ αυτή που διαμορφώθηκε τα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησής μας απ' το κίνημα ¬ ή αυτή (η εντελώς αντίθετη) όπου καταστάλαξε, με το πέρασμα των χρόνων; Η φυσιογνωμία που λάτρευε τον σοσιαλισμό και απεχθανόταν τη σοσιαλδημοκρατία ¬ ή αυτή που εναγκαλίσθηκε τις σοσιαλδημοκρατίες της Ευρώπης; Ο άκρατος αντιαμερικανισμός και ο περιπαθής τριτοκοσμικός ¬ ή οι διαχύσεις με την Ουάσινγκτον; Η διακήρυξη (3.9.74) πως «η Ελλάδα πρέπει να αποχωρήσει από το στρατιωτικό και πολιτικό ΝΑΤΟ» ¬ ή η κατοπινή αγαστή συνεργασία μαζί του; Το σύνθημα «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ, το ίδιο συνδικάτο ¬ ή η δήλωση του αρχηγού πως «η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ είναι το σημαντικότερο για τη χώρα γεγονός της δεκαετίας του '80»; 1. Η αμέριστη υποστήριξη κάθε συνδικαλιστικού κλπ. αιτήματος ¬ ή η δήλωση πως «οι απεργίες, καταλήψεις κλπ. είναι αντιδημοκρατικές μορφές πάλης, που οδηγούν σε αποδιοργάνωση και αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού»2; Η «καλή διαχείριση της οικονομίας»3¬ ή οι αλόγιστες παροχές και η καταχρέωση που μας έφεραν στο κατώφλι της χρεοκοπίας; Οι ευαγγελισμοί για κοινωνικοποιήσεις ¬ ή οι «ρεαλισμοί» υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων;

Μ' ένα λόγο: η ιδεολογική φυσιογνωμία του ΠαΣοΚ είναι αριστερή, κεντροαεριστερή, σοσιαλιστική, σοσιαλδημοκρατική, αντιδυτική, δυτικόφιλη, αντιευρωπαϊκή, ευρωπαιολατρική; Ποιά απ' όλες πρέπει να μην «αλλοιωθεί», αφού ένα είναι βέβαιο: πως η μια αλλοιώνει την άλλη και δεν χωρούν όλες στο ίδιο καλάθι;

Οσο για την Νέα Δημοκρατία, εκεί κι αν θριαμβεύει το ιδεολογικό αλαλούμ. Τι είδους «ιδεολογική ταυτότητα» μπορεί να έχει ένα κόμμα, όπου συγχρωτίζονται ακροδεξιοί και κεντροδεξιοί, βασιλόφρονες και δημοκρατικοί, θαυμαστές της δικτατορίας και εραστές του κοινοβουλευτισμού, υπερεθνικιστές και «μετριοπαθείς εθνικόφρονες», συντηρητικοί και «προοδευτικοί», φιλελεύθεροι, νεοφιλελεύθεροι και ριζοσπαστικοί φιλελεύθεροι... συρόμενοι, παρασυρόμενοι και αλληλοδιασυρόμενοι ακατάπαυστα; Ποιά είναι η γνήσια νεοδημοκρατική ιδεολογία: της μεθόδου των «τριών», της παρόδου του ενός αιρετού προέδρου ή της εφόδου του επίτιμου; Ποιά είναι η ιδεολογία ενός κόμματος, που τόσο στηρίχθηκε στον «ξένο παράγοντα» και τώρα στηλιτεύει την κυβέρνηση για υποταγή στις ξένες επιταγές; Ενός κόμματος που, εξ ορισμού και παραδόσεως, εκφράζει το οικονομικοκοινωνικό κατεστημένο - και τώρα διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για «διαπλεκόμενα συμφέροντα» με τους αλλοδαπούς και ημεδαπούς ισχυρούς;

Μ' ένα λόγο: η «ιδεολογική ταυτότητα» της Ν.Δ. είναι ή δεν είναι ένα «tutti frutti», όπου κάθε φρούτο (μάλλον φραγκόσυκο) δεν έχει νου παρά πώς θα γδάρει το άλλο με τ' αγκάθια του;

Και αφού ο λόγος για «ιδεολογίες», αξίζει ίσως να σταθούμε σ' αυτή την πολύκροτη και πολύπαθη λέξη και να θυμηθούμε τις περιπέτειές της  και τις δικές μας.

Φαίνεται πως πατέρας του όρου ήταν ο γάλλος φιλόσοφος Destult de Tracy (1755-1836). Στο έργο του Στοιχεία ιδεολογίας (Elements d' ideologie, 1801-5), με τον όρο αυτόν εννοούσε μιαν «επιστήμη των ιδεών», που θ' αποκάλυπτε την αλήθεια ή το ψέμα των ιδεών, των προλήψεων, των προκαταλήψεων.

Γενικότερα, θα μπορούσαμε να πούμε πως ιδεολογία είναι ένα σύστημα εννοιών, που επιχειρεί να εξηγήσει τα κοινωνικά φαινόμενα, να καθορίσει τις αξίες και τους στόχους της κοινωνικής ζωής, και να κατευθύνει τις κοινωνικές επιλογές ατόμων και ομάδων σύμφωνα με τις αξίες αυτές4.

Ωστόσο, γρήγορα ο όρος αυτός πήρε επιτιμητική και υποτιμητική σημασία. Προπάντων, απ' την ώρα όπου ο Μαρξ και ο Ενγκελς χαρακτήρισαν τις ιδεολογίες σαν «μορφές πλαστής συνείδησης», δηλαδή συστήματα διαστρεβλώσεων και παραπλανητικών ιδεών, βασισμένα σε αυταπάτες ¬ έτσι που «οι άνθρωποι και οι συνθήκες της ζωής τους εμφανίζονται ανάποδα, όπως σ' ένα σκοτεινό θάλαμο φωτογραφικής μηχανής»5. Μ' αυτή την έννοια, οι ιδεολογίες αποτελούν ένα άμφιο, που αποκρύβει, εξιδανικεύει, «λογικοποιεί» τα συμφέροντα των κηρύκων του (και της τάξης που εκπροσωπούν) για να μαγνητίζουν, να παραπλανούν και να προσηλυτίζουν τις μάζες.

«Εσφαλμένη συνείδηση» ονόμαζε την ιδεολογία κι ο Μαξ Βέμπερ. Κατά τον κορυφαίο γερμανό κοινωνιολόγο, οικονομολόγο και πολιτικό, η συνείδηση αυτή «προσδιορίζεται από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της άρχουσας τάξης, η οποία είναι τυφλή για τα γεγονότα που αντιφάσκουν στις προκαταλήψεις της». Και ο ούγγρος κοινωνιολόγος Karl Mannheim θεωρεί τις ιδεολογίες «μορφές σκέψης», για να προσθέσει πως «η μελέτη των ιδεολογιών έχει σκοπό ν' αποκαλύψει τις απάτες και τις μεταμφιέσεις, που χρησιμοποιούν ανθρώπινες ομάδες με κοινά συμφέροντα» 6.

Αλλά ο όρος ιδεολογία δεν έπαψε να χρησιμοποιείται και με θετική (και μάλιστα, υπερθετική) έννοια, για να σημάνει ένα σύστημα ιδεών και αξιών που ευαγγελίζεται τη δημιουργία μιας δίκαιης και ευημερούσας κοινωνίας. Επιστήμονες και προπάντων καθεστώτα, παρατάξεις, κόμματα ανεμίζουν το καθένα τη δική του «μοναδική, σωστική» ιδεολογία ¬ φιλελεύθερη, σοσιαλιστική, κομμουνιστική κλπ. «Οι ιδεολογίες ¬ λέει η Hannah Arendt ¬ αποσκοπούσαν στην καθολική ερμηνεία (των κοινωνικών φαινομένων) με την εφαρμογή μιας και μόνο ιδέας στους ποικίλους χώρους της πραγματικότητας»7. Η ιδεολογία γινόταν «μονοθεϊστική» θρησκεία κι εκκλησία. Και για τις «θρησκείες» αυτές, εκατομμύρια άνθρωποι αγωνίστηκαν, πολέμησαν, επαναστάτησαν, βασανίστηκαν, εξορίστηκαν, εκτελέστηκαν ¬ έστω κι αν συχνά προδόθηκαν απ' τους ίδιους τους τελάληδες των ιδεολογιών και των ιδεολογημάτων. Στοιχίζονταν όλοι με τον ήρωα εκείνον του Αλμπέρ Καμύ, που λέει: «Να πεθάνεις για τις ιδέες σου είναι ο μόνος τρόπος για να σταθείς στο ύψος τους. Είναι η δικαίωσή τους»8.

Ομως, αυτός ο «μονισμός», η απόλυτη αξία μιας ιδεολογίας (της δικής σου) και η απόλυτη απαξία, η απόρριψη όλων των άλλων, δυσφήμησε και πάλι τον όρο. Προπάντων, επειδή χρησιμοποιήθηκε από τους κάθε είδους ολοκληρωτισμούς (κομμουνιστικό, φασιστικό, εθνικοσοσιαλιστικό, μαοϊκό κλπ.). Κατά τους προφήτες των καθεστώτων αυτών, όχι μόνο η δική τους ιδεολογία είναι η πεμπτουσία της αλήθειας και το κλειδί του επίγειου Παραδείσου, όχι μόνο όλες οι άλλες ιδεολογίες είναι ψεύτικες και ολέθριες, αλλά και οι οπαδοί των τελευταίων (και κάθε αμφισβητίας) πρέπει να εξολοθρεύονται δια πυρός και σιδήρου, ώστε να μην εμποδίζουν την εξάπλωση και την επιβολή της μοναδικής, κοσμοσωτήριας ιδεολογίας. Κραδαίνοντας αυτή τη συλλογιστική, εμπνέουν στους ζηλωτές τους τον πιο λυσσαλέο, υστερικό, δολοφονικό φανατισμό - έτσι που τα ρατσιστικά πογκρόμ, τα στρατόπεδα και τα κρεματόρια, τα γκουλάγκ και οι εκτελέσεις, να φιγουράρουν στα μάτια τους σαν ιερό χρέος των πιστών και σαν δίκαιος κολασμός των ανίερων και άπιστων.

Η κατάρρευση των ολοκληρωτισμών έκανε ορισμένους να μιλήσουν για «τέλος των ιδεολογιών» και να ζητήσουν την «πρόληψη κατασκευής νέων, εξίσου άκαμπτων ιδεολογιών, που θα έχουν τον ίδιο πόθο για παγκόσμια αποδοχή, όπως αυτές που έχουν ήδη ξεπερασθεί».

Οσο, όμως, ουτοπικές ήταν/είναι οι απόλυτες (ολοκληρωτικές) ιδεολογίες, άλλο τόσο ουτοπικό είναι και το «αίτημα» για αποτροπή γέννησης καινούριων. Μόνο που εκείνες ήταν ουτοπίες ιδιοτελείς, απάτες, που διαβουκολούσαν τους ανθρώπους για να τους κάνουν ανδράποδα των αρχομανών «προφητών» - ενώ το δεύτερο είναι ουτοπία ανιδιοτελής, που ειλικρινά φιλοδοξεί ν' αποτρέψει καινούργιες καταστροφές. Ουτοπία, ωστόσο. Πρώτα-πρώτα, επειδή οι «άκαμπτες ιδεολογίες» δεν έχουν εξαφανισθεί - το «αυγό» εξακολουθεί να γεννοβολά φαρμακερά φίδια και φιδάκια, νεοφασισμούς, νεονατσισμούς, νεοσταλινισμούς και τα παρόμοια. Υστερα, επειδή ιδέες και ιδεολογίες, «καλές» ή «κακές», δεν θα πάψουν να αναφαίνονται, όσο υπάρχουν άνθρωποι που επινοούν (υστερόβουλα ή ανυστερόβουλα) παράδεισους και άλλοι που τους πιστεύουν. «Οπως τα μάτια έχουν ανάγκη το φως για να βλέπουν, έτσι και το πνεύμα έχει ανάγκη από ιδέες για να σκέφτεται», έλεγε ο Malebranche 9.

Το ζήτημα, φυσικά, είναι ποιες ιδέες ανοίγουν τα μάτια και ποιες τυφλώνουν το νου. Βέβαιο, μια φορά, μένει πως ιδέες και ιδεολογίες που ισχυρίζονται πως κατέχουν τη μόνη και απόλυτη αλήθεια, που δεν ανέχονται διαφωνία και κριτική και που πρεσβεύουν την εξόντωση κάθε επικριτή, είναι εξ ορισμού πλαστές και καταστροφικές για όλους - ακόμα και για τους οπαδούς τους, που τους εκπαιδεύουν στον δογματισμό, τον στραβισμό, την εθελοτυφλία, για να υπηρετούν πειθήνια τα συμφέροντα των μεγάλων ή των μικρομεσαίων αρχηγών.

Οσο για τις εδώ ιδεολογίες, που στάθηκαν αφορμή για το άρθρο τούτο, δεν χρειάζεται να είσαι οφθαλμολόγος για να κρίνεις σε ποιά οφθαλμική κατηγορία ανήκουν...

1. «Βήμα», 31.12.1989.
2. Α. Παπανδρέου, 3.2.1990.
3. Ο ίδιος, στην Κοζάνη, 14.4.1989.
4. Βλ. και το Λεξικό κοινωνικών επιστημών της UNESCO, ελλην. έκδοση Νίκας - Τεγόπουλος, 1972.
5. Η Γερμανική ιδεολογία, Α' και Γ' Μέρος (1845-6, α' έκδοση 1932).
6. Ιδεολογία και Ουτοπία (1929).
7. Οι πηγές του ολοκληρωτισμού (1951). 8। Οι δίκαιοι, Πράξη Α' οκ.1. ¬ 9. Recherche de la verite (1674-5).