Από όλες τις εμβριθείς αναλύσεις και το χρονοδιάγραμμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, βλέπουμε ότι για να δούμε ποιός ο λόγος για τα σημερινά μας προβλήματα πρέπει να πάμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, 40 περίπου χρόνια πίσω, στα μετά τη χούντα χρόνια.
Δημοσιεύτηκε στον ιστοχώρο
http://csisalamina.wordpress.com//
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Το άρθρο αυτό είναι ιδιαίτερα μεγάλο και άκρως θεωρητικό… Αν δεν έχετε την απαραίτητη υπομονή, μην το διαβάσετε – και, μήν πείτε ότι δε σας είχαμε προειδοποιήσει…
Στα μέσα του καλοκαιριού, με καύσωνα και οικονομική κρίση να δημιουργούν επικούρεια διάθεση στους νεοέλληνες που πηγαίνουν διακοπές μη βέβαιοι αν θα ξαναπάνε (τουλάχιστον με άνεση όπως επί 20-30 χρόνια συνήθιζαν), όσοι μείναμε στην πόλη προσπαθούμε να δούμε τί θα γίνει, ιδιαίτερα από τον Σεπτέμβρη και μετά. Και μη βρίσκοντας κάτι θετικό ή ελπιδοφόρο (εκτός αν αποκαλέσει κάποιος “θετικό” τον ύμνο για την απόδοση των μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης από το ΔΝΤ), αρχίζουμε -πάλι- να απορούμε για τό τί έφταιξε και φτάσαμε ως εδώ…
Σε αυτή τη διαδικασία προσπαθούμε να εφαρμόσουμε στην πράξη ένα παλιό αγγλικό γνωμικό: “Respice, Prospice” (που σε πάρα πολύ ελεύθερη μετάφραση σημαίνει “εξέτασε το παρελθόν, πρόβλεψε για το μέλλον”). Δεν είναι τυχαίο που οι Άγγλοι διακρίνονται για τις σε βάθος χρόνου αναλύσεις τους και κυριαρχούν, τελικά, στη στρατηγική, εφαρμόζοντας αυτό το πολύ απλό γνωμικό τους.
Από όλες τις εμβριθείς αναλύσεις και το χρονοδιάγραμμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε, βλέπουμε ότι για να δούμε ποιός ο λόγος για τα σημερινά μας προβλήματα πρέπει να πάμε, ούτε λίγο ούτε πολύ, 40 περίπου χρόνια πίσω, στα μετά τη χούντα χρόνια.
Μετά τη χούντα, η αριστερά σαν ιδεολογία, απόλυτα πια αποενοχοποιημένη έγινε ένα ρεύμα που φούσκωνε συνεχώς.
Το «ψωμί, παιδεία, ελευθερία» έγινε σύνθημα για όλους τους Έλληνες, και η «καθεστηκυΐα τάξις» που παραδοσιακά την εξέφραζε η δεξιά έχασε το ηθικό πλεονέκτημα του πατριωτισμού με το ξεπούλημα της Κύπρου. Το Κυπριακό είναι στην ουσία ο πολιτικός καταλύτης που επέφερε και μια συγκεκριμένη άποψη περί των εθνικών θεμάτων που ήθελε την Τουρκία ως τη βασική απειλή κατά της χώρας. Μην ξεχνάμε ποτέ ότι ο Α.Παπανδρέου εξελέγη θριαμβευτικά στις εκλογές του 1981 με το ποσοστό του 48% εξ’ αιτίας του μικτού αριστερού και πατριωτικού του πολιτικού λόγου, που υπόσχετο την ανάκτηση της περηφάνιας του Έλληνα και της «αντρίκιας» αντίδρασης στις τούρκικες προκλήσεις. Το ιδεολογικό του υπόβαθρο, στα χαρτιά τουλάχιστον, ήταν αριστερό με την έννοια της παραδοχής των μαρξιστικών εργαλείων ανάλυσης της οικονομικής και πολιτικής πραγματικότητας και πρέσβευε την «κοινωνικοποίηση» (=κρατικοποίηση) των βασικών τομέων του πλούτου και άκρως πατριωτικό (με συνθήματα όπως «βυθίσατε το Χόρα» κλπ.). Από πλευράς σημειολογικής, αναδείκνυε την λαϊκότητα σα θετικό χαρακτηριστικό και ηρωοποιούσε τον κοινό άνθρωπο σαν φορέα της ζωής και της ιστορίας.
Από την ανάληψη όμως της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ το 1981, δεν πέρασε πολύς καιρός που το ιδεολογικό υπόβαθρο άρχισε να γίνεται πάρα πολύ αμυδρό και η πολιτική που εφαρμόστηκε μετακόμισε στα διαμερίσματα του… Κέϋνς. Ο πακτωλός των χρημάτων που εισέρρευσε στη χώρα μέσω των ΜΟΠ χρησιμοποιήθηκε κύρια για την εισοδηματική ενίσχυση των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικά στρωμάτων, μια διαδικασία που ο τότε υπουργός οικονομικών Γ.Αρσένης περιέγραψε θεωρητικά ως «άυξηση ροπής προς την κατανάλωση με στόχο την ανάπτυξη οικονομικών μονάδων που θα επιφέρει αύξηση της απασχόλησης». Στο θεωρητικό πλαίσιο πάντα, έγιναν προσπάθειες για μια ριζική αναθεώρηση του τρόπου παραγωγής και των , κυρίως με τους συνεταιρισμούς και το εξαιρετικά φιλόδοξο σχέδιο της πολεοδομικής ανασυγκρότησης. Πρακτικά όμως, αυτό που έγινε στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 ήταν μια αναδιανομή εισοδημάτων χωρίς καμμιά παραγωγική δράση. Τα χρήματα των ΜΟΠ κατέληξαν στα χέρια αγροτών που τελικά έκαιγαν δεσμίδες με πεντοχίλιαρα στα μπουζούκια, ενώ αναπτύχθηκε ένα ακόμα πιο γραφειοκρατικό κράτος, υιοθετώντας σχεδόν ένα σοβιετικό μοντέλο.
Οι κοινωνικές δυνάμεις που αναδύθηκαν σ’ αυτή την περίοδο, επέλαυναν στην κρατική μηχανή και εξέφρασαν με τον χειρότερο τρόπο ένα μίγμα ρεβανσισμού και συμπλεγματισμού απέναντι σε αυτό που μυθοπλαστικά πια αποκαλούσαν «δεξιά» χωρίς να παρατηρούν ότι οι εκφραστές της είχαν προ πολλού προσχωρήσει στην κυβερνώσα παράταξη, διατηρώντας στο ακέραιο τα προνόμιά τους. Ένα επίσης εξαιρετικά αρνητικό στοιχείο ήταν ο αμοραλισμός που πλέον θεσπίστηκε σαν de facto καθεστώς στην πολιτική και καθημερινή σκέψη, καθώς το τελικό ζητούμενο δεν ήταν η απάλειψη της διαφθοράς αλλά η συμμετοχής όσο το δυνατόν περισσότερων σε αυτή. Η διαδικασία αυτή ήταν αργή και εξαιρετικά διαβρωτική, καθώς οι «ιδεολόγοι» όλων των παρατάξεων διαπίστωναν ότι οι «σύντροφοί» τους το μόνο που ζητούσαν ήταν στην πραγματικότητα «η κουτάλα»…
Ένα ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός από ιδεολογική άποψη ήταν η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης στα τέλη της δεκαετίας του 80. Η ελληνική αριστερά, φιλοσοβιετική στο μεγαλύτερο μέρος της, βρέθηκε έξαφνα ξεκρέμαστη από υπόδειγμα και αντιμέτωπη με την δικαίωση των επικριτών του σοβιετικού μοντέλου. Αυτό της δημιούργησε αρνητικά αντανακλαστικά και μια εσχατολογική νοοτροπία που ακόμα και σήμερα την κακατρύχει.
Έτσι στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με την ανάληψη της εξουσίας από τη ΝΔ του Μητσοτάκη, η νέα κοινωνική και ιδεολογική πραγματικότητα είχε ήδη διαμορφωθεί. Η περιβόητη υπόθεση Κοσκωτά και τα pampers που έστειλαν τον Α.Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο (μια βλακώδης και εξαιρετικά αμοραλιστική πολιτικά κίνηση από όλους του τους αντιπάλους) τελικά λειτούργησε σαν επιβεβαίωση της ασυδοσίας που μπορεί να έχει κάποιος λόγω θέσης ή διασυνδέσεων. Τα σκάνδαλα μπήκαν πλέον στην καθημερινή ειδησεογραφία, καθιστώντας τα πια μέρος της καθημερινής ζωής και σε μεγάλο βαθμό αποενεχοποιώντας τα. Οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη, Παπανδρέου και Σημίτη (ως το 2000) ήταν απλοί διαχειριστές της νέας πραγματικότητας, ανίκανες να δώσουν ένα ιδεολογικό όραμα και πλαίσιο σκέψης για τους Έλληνες. Την περίοδο αυτή τα φαινόμενα που ξεκίνησαν στη δεκαετία του 80 κορυφώθηκαν και το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία νέων πολιτικών «τζακιών» και κοινωνικών και οικονομικών παραγόντων που διαχειρίζονταν ληστρικά τόσο τα χρήματα του ελληνικού λαού (ο οποίος είχε μπει σε μια οξύμωρη περίοδο λιτότητας και… χυδαίας επίδειξης πλούτου) όσο και τις εισροές από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλα αυτά όμως αποσάθρωσαν την παραγωγική βάση της χώρας, καθώς δημιουργήθηκε ένας δημόσιος τομέας που απασχολεί ουσιαστικά το 40% του εργατικού δυναμικού της χώρας και ένας ιδιωτικός τομέας που στο μεγαλύτερο μέρος του είχε πάλι πελάτη το κράτος, αποζητώντας επιδοτήσεις ή μερίδιο από προγράμματα της Ε.Ε.
Η ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ μπορεί να θεωρηθεί, έτσι, σαν προσπάθεια του Σημίτη να διατηρηθεί ανοικτή η ευρωπαϊκή «κάνουλα», πράγμα απαραίτητο για την επιβίωση του συστήματος. Η λύση των δομικών προβλημάτων της χώρας παραπέμφθηκε για το μέλλον, ενώ τα μεγάλα έργα της περιόδου 2000-2004 έγιναν με συμβάσεις που σε τελική ανάλυση ήταν πάλι σε βάρος της χώρας (πώς όμως μπορούσε να γίνει διαφορετικά, αφού δεν υπήρχε η οικονομική εκείνη ισχύς που θα έδινε στην χώρα το πλεονέκτημα της υπερ της διαπραγμάτευσης). Παρ’ όλα τα ηχηρά λόγια (άλλοτε περί «ισχυρής Ελλάδας», άλλοτε περί «επανίδρυσης του κράτους» κλπ.) οι κυβερνήσεις της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα το μόνο που επιζητούσαν ήταν η διατήρηση του συστήματος όπως είχε διαμορφωθεί – αυτό φαίνεται άλλωστε και στους «εθνικούς» στόχους που έθετε το πολιτικό σύστημα: η ένταξη στο ευρώ, το κλείδωμα της ισοτιμίας, η πραγματοποίηση των Ολυμπιακών Αγώνων κλπ., στόχοι στατικοί και καθαρά διαχειριστικοί, χωρίς ιδεολογικό προσανατολισμό, χωρίς όραμα για το μέλλον.
Μεγάλες ιδέες…
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της περιόδου, διαπιστώνουμε λοιπόν ότι ένας βασικός λόγος για τα σημερινά προβλήματα είναι η απουσία εθνικού στόχου ικανού να συνεγείρει. Σ’ αυτό το σημείο θα πρέπει να τονίσουμε τη μεγάλη σημασία που έχει για τον Έλληνα το εθνικό όραμα, από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους. Στην αρχή, ήταν η ιδέα της εθνικής απελευθέρωσης και ολοκλήρωσης της Ελλάδας. Στη συνέχεια αυτό μετεξελίχθηκε στην «μεγάλη ιδέα» και την ανασύσταση τρόπον τινά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μετά την τραγωδία του 1922, εθνικό όραμα έγινε η άμυνα από τις ξένες επιβουλές και η συμμετοχή σε παγκόσμιους αγώνες, στην αρχή κατά του ναζισμού & φασισμού και κατόπιν (μετά τον απόλυτα ηλίθιο εμφύλιο πόλεμο) εναντίον του κομμουνισμού. Οραματική διάσταση, χωρίς αυτό όμως να εκφραστεί απόλυτα, είχε και η πολιτική αντίληψη του Α.Παπανδρέου για την ανεξάρτητη Ελλάδα, με την έννοια της μή δέσμευσης στις συμμαχίες που συμμετείχε η χώρα και της ουσιαστικής ανεξαρτησίας (φυσικά αυτό το όραμα χαντακώθηκε, καθώς δεν μπορείς να είσαι ανεξάρτητος και το κύριο έσοδό σου να είναι οικονομικές ενισχύσεις από συμμάχους…).
Σε όλα τα παραπάνω, η κύρια έννοια που πάντα υπογραμμίζοταν ήταν η ελευθερία. Μια λέξη με μαγικές διαστάσεις στην Ελληνική νοοτροπία. Η ελευθερία των ομοεθνών, η ελευθερία της χώρας, η ελευθερία των λαών αλλά και η ελευθερία των πολιτών έγιναν τα απτά νοήματα που συνέγειραν τον λαό. Εκεί όμως ήρθε ένα βασικό λάθος κοινωνικής παιδείας και κουλτούρας: η ελευθερία δεν εξηγήθηκε στους έλληνες στην ολότητά της. Η ελευθερία σαν στάση δεν συναρτήθηκε με την ελευθερία ως ευθύνη. Και κυρίως, δεν έγινε κατανοητό ότι η βασική ελευθερία για τον άνθρωπο, τον πολίτη, τον έλληνα (στην προκειμένη περίπτωση) είναι η ελευθερία από την ανάγκη – πράγμα στο οποίο στάθηκε ιδιαίτερα και ο Κάρολος Μαρξ, τον οποίο φαίνεται ότι δεν διαβάζουν όσο θα έπρεπε οι έλληνες αριστεροί…
Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτή τη περίοδο της παρακμιακής πλημμυρίδας στην Ελλάδα, κυριάρχησαν σε γενικές γραμμές προσωπικότητες προερχόμενες από τον πανεπιστημιακό χώρο, ενταγμένοι σε συγκεκριμένες ιδεολογικές ομάδες (αριστερές, νεοφιλελεύθερες κλπ.). Το κοινό τους σημείο, όμως, ήταν η άρνηση της ίδιας τους της επιστημονικής ιδιότητας: έφεραν την ιδεολογία τους, η προσχώρηση στην οποία ήλθε συνήθως από συναισθηματικούς παράγοντες και στάσεις, μέσα στο επιστημονικό τους πεδίο, και κατόπιν προσπάθησαν να εφαρμόσουν τη δική τους εκδοχή τόσο της επιστήμης τους όσο και της ιδεολογίας τους γενόμενοι… πολιτικοί! Πρώτο βήμα σε αυτή τη διαδικασία ήταν η άρνηση της καθολικής αλήθειας και η υποκειμενοποίησή της. Δεν υπάρχει, γι’ αυτούς αλήθεια, αλλά η «αλήθεια μου», η «αλήθεια τους», η «αλήθεια του». Και ξεκινώντας απ΄αυτό, δεν υπάρχει ηθική (παρά υποκειμενική ηθική), δεν υπάρχει αξία (παρά υποκειμενική αξία) κλπ., καθώς όλες αυτές οι έννοιες βασίζονται στην αλήθεια.
…μεγάλες ιδεολογίες…
Σε αυτή την ατμόσφαιρα, η δεκαετία του ’80 χαρακτηρίστηκε από την ιδεολογική κυριαρχία της αριστεράς, όχι μόνο της φιλοσοβιετικής εκδοχής του μαρξισμού αλλά και της ευρω-κεντρικής και της ακόμα πιο προωθημένης. Η κατάρρευση της σοβιετικής ένωσης όμως, άφησε όπως είπαμε σε πολλά σημείο ξεκρέμαστο το σοσιαλιστικό όραμα, δημιουργώντας συναισθήματα καθολικής άρνησης. Δεν είναι τυχαίο πως πολλοί δραστήριοι αρνητές της ελληνικής εθνικής ταυτότητας εντάσσονται στους χώρους αυτούς, μιλώντας σήμερα για «ελληνόφωνους ευρωπαίους», «εθνικά… Μακεδόνες», «καταπιεσμένους Τούρκους», μπλέκοντας μάλιστα σε επιστήμες με τις οποίες δεν έχουν καμμία απολύτως σχέση (τί δουλειά έχει ένας ψυχίατρος με την εθνολογία…) προσπαθώντας να αποδείξουν ότι απλώς δεν υπάρχουν Έλληνες, ούτε Ελλάδα! (Σημειώνουμε την για γέλια ανάσυρση του Φαλμεράϋερ για την εθνική σύνθεση της Πελοποννήσου ή την βλακώδη διαστρέβλωση των ευρημάτων της εξέτασης του μιτοχονδριακού DNA στην οποία ενώ φαίνεται ότι οι Έλληνες είναι ο παλιότερος πληθυσμός της Ευρώπης, κάποιοι έσπευσαν να μιλήσουν για «αποδεδειγμένες αφρικανικές ρίζες των νεοελλήνων(!) » και πολλά άλλα στα οποία θα αναφερθούμε σε διάφορα άρθρα).
Και για να μη μιλούμε συνέχεια για την αριστερά (έστω και αν μας είναι προσφιλής, έστω και αν απ’ αυτή περιμέναμε πολλά περισσότερα) η κατάσταση στην δεξιά είναι ακόμα χειρότερη. Για κάποιο λόγο που είναι παγκόσμια πρωτότυπος, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ενώ θα έπρεπε να σημαίνει τον ιδεολογικό θρίαμβο της δεξιάς, στην Ελλάδα σήμανε την ιδεολογική της.. εξαφάνιση! Η εξήγηση είναι απλή: μετά την απώλεια του πατριωτικού πελονεκτήματος στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αποκαλύφθηκε η πλήρης ιδεολογική γύμνια της δεξιάς στην Ελλάδα, καθώς δεν υπήρξε πραγματικό ιδεολογικό υπόβαθρο πέρα από κάποιο αβασάνιστο συντηρητισμό, προερχόμενο κυρίως από πληθυσμιακά στρώματα χωρίς μόρφωση ικανή να δώσει το έναυσμα για κριτική σκέψη. Η προσπάθεια της ελληνικής δεξιάς για απόκτηση ιδεολογικού στίγματος, έφερε γλίσχρα έως γελοία αποτελέσματα, όπως ο «φιλελευθερισμός» (ένα ιδεολόγημα βασισμένο στον φυσικό φιλελευθερισμό της γαλλικής επανάστασης από τη μία και στην θέση για εξαφάνιση του κράτους από την οικονομική δραστηριότητα) με κάποιες, μάλιστα, περαιτέρω ερμηνείες («ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός» (=φιλελευθερισμός με ευρωκεντρικές θέσεις και οράματα), «κοινωνικός φιλελευθερισμός» (=φιλελευθερισμός με ολίγες σοσιαλιστικές αποκλίσεις)). Ακόμα πιο αστεία ήταν η αντίδραση από τους αντιπάλους της δεξιάς, που κατηγορούσαν τους έλληνες δεξιούς σαν… καπιταλιστές (!) (αποκαλώντας τον καπιταλισμό ιδεολογία και δείχνοντας έτσι την πλήρη άγνοιά τους γι’αυτό που θά’πρεπε να ξέρουν, δηλαδή τη μαρξιστική θεωρία).
…μικρά ιδεολογήματα
Τελικά, λόγω των διεθνών εξελίξεων, και κυρίως του γεγονότος του ότι η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα ήταν πάντοτε ετερόφωτη (προσπαθώντας να εντάξουν τον Έλληνα σε παγκόσμιες τάσεις και σύνολα), η κατάρρευση των μεγάλων ιδεολογιών σε παγκόσμιο επίπεδο, έφερε σε όλο το πολιτικό φάσμα την ανάγκη για ιδεολογικό στίγμα, που τελικά καλύπτεται από ιδεολογήματα. Οι σοσιαλιστές στη Ελλάδα (που πολιτικά πάντοτε παρέπαιαν μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και εν γένει μαρξισμού), εξ’ αιτίας και της μακρόχρονης παραμονής τους στην εξουσία αλλά και σε ηθικά κατώτερες πρακτικές τους, βρέθηκαν να πάσχουν από οξύτατο κυβερνητισμό και να εφευρίσκουν ιδεολογήματα (νέες βερσιόν του σοσιαλισμού, με κυρίαρχο έναν «σοσιαλισμό του σαλονιού») όπως ο εθνικός στόχος της Ολυμπιάδας (!), ή «μια Ευρώπη με ανθρώπινο πρόσωπο», ή δυσεξήγητες αναζητήσεις για γενικές έννοιες που δε χρειάζονται πλέον ιδιαίτερη ανάλυση κλπ.. Ταυτόχρονα, επί της εξουσίας τους η εθνική ελληνική πολιτική υπέστη τρομακτικά πισωγυρίσματα (με πρώτο και κύριο συμβάν τα Ίμια, η πρώτη επιτυχής απότους Τούρκους αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας), ενώ ταυτόχρονα προσέφεραν ομπρέλλα σε ημιμαθείς και ανερμάτιστους «ημετέρους» (δεν θα ξεχάσω ποτέ μια υποψήφια βουλευτή που σε διάλεξη για τον Μηκυναϊκό κόσμο μίλησε για… «Αχαϊκό Ιμπεριαλισμό (!!!)») που δεν έχουν εν τοις πράγμασι την ικανότητα να διαχειριστούν επιτυχώς ούτε καν περίπτερο!
Στον αριστερό χώρο, οι μόνοι που είναι συνεπείς ιδεολογικά τουλάχιστον είναι οι κομμουνιστές, οι οποίοι μένουν σε μια πείσμονα άρνηση του μετασοβιετικού κόσμου, απορρίπτοντας όλες τις νέες παραμέτρους και δυνάμεις διαμόρφωσης της ιστορίας –δείχνοντας ταυτόχρονα και έλλειμμα στις αναζητήσεις τους αλλά και το πλήρως ετερόφωτο χαρακτήρα του τρόπου σκέψης τους. Σε ότι αφορά την ευρύτερη αριστερά, αυτή έχει γίνει ένας χώρος παραγωγής απίστευτων ιδεολογημάτων, πολλές φορές παραγόμενων από εγκεφάλους που κατατρύχονται από ιδεοληψίες και τρομακτικά συμπλέγματα.
Μετά την πτώση (ή πιο σωστά την παραίτηση) της κυβέρνησης Καραμανλή, όπου κατέρρευσαν πλήρως και τα ιδεολογήματα της δεξιάς, ήρθε και ο χρόνος που κατέρρευσαν και τα άλλα ιδεολογήματα. Όλος ο πολιτικός κόσμος της χώρας (εκτός κάποιων εξαιρέσεων, είναι αλήθεια, μόνο που είναι πάρα πολύ λίγες) είναι κατά βάση αντιπατριωτικός (βαφτίζοντας ως «ευθύνη» την αποδοχή των κηδεμονιών, θυμίζοντας την «άψογον στάσιν» του Θεοτόκη τον 19ο αιώνα), φαυλοκρατικός (καθώς πασχίζει να διατηρήσει το πελατειακό και διεφθαρμένο καθεστώς που υπάρχει, θεσμοθετώντας την αγυρτεία σαν «ίδιον της φυλής») και κυρίως ανίκανος να προσφέρει έστω και τα αυτονόητα.
Κάποιες αλήθειες
Φτάσαμε λοιπόν στο σήμερα. Και από τα τόσα ψέμματα, δεν μπορούμε πια να διακρίνουμε την αλήθεια. Κάποιες μικρές αλήθειες:
α. Ότι ο έλληνας δεν είναι πολίτης, αλλά υπήκοος. Με άλλα λόγια, ανέχεται αδιανόητα πράγματα από αυτούς που ο ίδιος εκλέγει, πιστεύοντας σε μια προοπτική συμμετοχής στη γενική διαφθορά που θα τον οφελήσει. Αυτό όμως το μόνο που θα φέρει, το έφερε ήδη, είναι η γενική σήψη.
β. Δεν υπάρχουν Ευρωπαίοι, Αμερικανοί ή άλλοι σωτήρες. Την ευθύνη για τη χώρα μας, το λαό μας, τα παιδιά μας την έχουμε εμείς οι ίδιοι. Και αν, όπως αρεσκόμαστε να λέμε, «τους δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού» κλπ., αυτό δε σημαίνει με τίποτα ότι μας χρωστά κάτι ο Άγγλος, ο Γάλλος ή ο οποιοσδήποτε άλλος. Κανείς δεν πρόκειται να μας υπερασπιστεί αφιλοκερδώς, κανείς δεν πρόκειται να μας βοηθήσει σε μια ρήξη με τους Τούρκους παρά μόνο αν έχει συμφέρον. Μόνο η δική μας ισχύς μπορεί να μας βοηθήσει – μια ισχύς πρώτιστα ηθική που μοιραία θα μεταφραστεί και σε οικονομική.
γ. Σαν έθνος, υπάρχουμε. Δεν είμαστε ούτε ελληνόφωνοι Ευρωπαίοι, ούτε μια μάζα με αμφίβολη καταγωγή. Το ότι μεταξύ μας υπάρχουν ακόμα και αλλόγλωσσες ομάδες δε σημαίνει απολύτως τίποτα και όσοι βλακεύουν ισχυριζόμενοι διάφορες αντι-επιστημονικές ανοησίες, σίγουρα το κάνουν με μύχιο σκοπό… Βέβαια, και αυτό να τονιστεί, δε σημαίνει με τίποτα ότι είμαστε κάτι ανώτερο από τους άλλους, γιατί κάθε λαός του κόσμου και ιστορία έχει, και πολιτισμό και συμβολή στην εξέλιξη του ανθρώπου – πράγμα που επιβάλλει τον σεβασμό όλων. Η αρχαιοελληνική κληρονομιά δεν είναι μόνο δική μας – έχει περάσει πια στην κληρονομιά της ανθρωπότητας. Και φυσικά το θέμα δεν είναι τι έκαναν οι αρχαίοι, αλλά τί κάνουμε εμείς…
Υπάρχει βέβαια και ένα μετα-μοντέρνο ιδεολόγημα, το οποίο ουσιαστικά ευαγγελίζεται το τέλος των εθνών, λέγοντας μάλιστα ότι αυτά ήταν πάντοτε εφευρήματα εξουσιαστικών ομάδων. Αυτό το ιδεολόγημα είναι και εντελώς βλακώδες (καθώς αρνείται να δει αυτό που οφθαλμοφανώς υπάρχει) αλλά και διαψευσθέν εδώ και πολύ καιρό. Οι όψιμοι ακόλουθοί του δε στην Ελλάδα, είναι επιεικώς γελοίοι.
δ. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο, έως αδύνατο, αυτοί που πλαισίωσαν και εξέθρεψαν την υπάρχουσα κατάσταση να ανανήψουν και να ενεργήσουν για το καλό μας. Είναι σαν να περιμένεις από έναν δολοφόνο να δώσει το φιλί της ζωής στο θύμα του…
Αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο τους πολιτικούς. Περιλαμβάνει και τα κύρια μέσα ενημέρωσης, που καιρό πολύ τώρα, «παίζει» τα παιχνίδια του όλου συστήματος, συμμετέχοντας ιδιαίτερα ενεργά στην διαφθορά και την «διαπλοκή».
ε. Ο πλούτος της χώρας είναι οι άνθρωποί της. Εμείς αντιμετωπίζουμε τη ίδια μας τη χώρα σαν «Ελλαδίτσα», χωρίς περηφάνεια και διάθεση δημιουργίας. Είναι αλήθεια, ότι η Ελλάδα στερείται φυσικών πόρων. Δεν καθόμαστε πάνω σε κανέναν πετρελαϊκό ωκεανό (όσα και να λέει ο Χαρδαβέλλας), ούτε σε ορυχεία ουρανίου – αλλά και έτσι να ήταν, πέστε μου τί βοήθησαν αυτά κάποια χώρα αν δεν έχει παραγωγική βάση; Ο πάμπλουτος σε φυσικές πηγές τρίτος κόσμος, κάτι δείχνει… Ωστόσο μπορούμε και να αξιοποιήσουμε ότι υπάρχει και σίγουρα να αναπτύξουμε τεχνολογικής βάσης παραγωγές – απαιτείται μόνο σωστή οργάνωση.
ς. Δεν υπάρχει δημοκρατία. Οι ομάδες συμφερόντων έχουν διεπλακεί τόσο πολύ, που οι εκλογές είναι η απλή νομιμοποίηση των επιλογών τους. Παράδειγμα; Έγινε στην Ελλάδα ποτέ δημοψήφισμα, είτε για την συμμετοχή της στην Ε.Ε., είτε για τα εθνικά ζητήματα, είτε για κάποιο από τα κρίσιμα για το μέλλον της ζητήματα; Όχι. Και γιατί; Γιατί οι ταγοί αποφάσισαν ότι αρκεί μια ανά 4ετία ψήφος για να «μιλήσει» ο λαός και από κει και πέρα δεν του πέφτει λόγος… Άλλωστε είμαστε «υπήκοοι», το λένε και οι ταυτότητές μας.